H εξομολόγηση ενός οινοφίλου.

Διάφορα

Αξιολόγηση Χρήστη: / 4
ΧείριστοΆριστο 

Λίγα πράγματα καταφέρνουν να ερεθίζουν ευχάριστα τις τρεις απο τις πέντε αισθήσεις μας ταυτόχρονα. Και για να προλάβω τους αναπόφευκτους πονηρούς συνειρμούς, να σας πώ οτι αναφέρομαι στο κρασί. Ή καλύτερα , στην ικανότητα του κρασιού να ευχαριστεί την όραση, την μυρωδιά και τη γεύση μας απλά και μόνο  κρατώντας ένα ποτήρι στο χέρι.

Θυμάμαι ακόμα τον καιρό που έπινα ότι έβρισκα και όσο έβρισκα. Στην αφέλεια της ημιμάθειας των είκοσι μου χρόνων, το κρασί ήταν για μένα κάτι που αγόραζες από το ράφι της υπεραγοράς μαζί με τις κονσέρβες και τ'αναψυκτικά. Δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί έπρεπε να υπάρχουν τόσες κατηγορίες, ερυθρό, ξηρό, ημίγλυκο, αφρώδες  (μόνο αυτές γνώριζα ) , και θεωρούσα όλες εκείνες τις διαφορετικές ετικέτες στα μπουκάλια ως μια αχρείαστη υπερβολή. Και φυσικά περιγελούσα ειρωνικά όσους διάβαζαν με προσοχή τις πληροφορίες στο μπουκάλι. Το καλό κρασί, κατα τη γνώμη μου, εξαρτώταν αποκλειστικά από τη σχέση, ποσότητα-τιμή. Γι'αυτό και η λύση του κρασιού στο χαρτονάκι,  πιστεύαμε πως ήταν από τις καλύτερες μας επιλογές.


Μετά περάσαμε στην εποχή του κρασιού χύμα. Ο μπακάλης της γειτονιάς, έφερνε από το χωριό του ερυθρό κρασί χύμα σε πλαστικά παγούρια των 5 λίτρων. Βρίσκονταν για μέρες παραταγμένα κάτω από το ταμείο , και τα έδινε μόνο στους εκλεκτούς πελάτες που τα είχαν παραγγείλει από πριν. Το περιεχόμενο του δοχείου  δεν είχε καμία σχέση  με κρασί. Ούτε η μυρωδιά, ούτε το χρώμα, και φυσικά , ούτε λόγος για τη γεύση. Έμοιαζε περισσότερο με καθαριστικό κουζίνας, απ'όλες τις απόψεις, όμως εμείς νοιώθαμε “μερακλήδες” του κρασιού γιατί δεν αγοράζαμε εμφιαλωμένο στο μπουκάλι. Ξέχασα να πώ οτι το πραγματικό κρασί για μένα τότε ήταν αποκλειστικά το ερυθρό ξηρό. Το άσπρο ήταν για τις κοπέλες και για κάποιους που δεν άντεχαν το ποτό, κάτι σαν light έκδοση του πραγματικού. Το ροζέ ήταν ακόμα χειρότερο. Μια ερμαφρόδιτη ενδιάμεση κατάσταση που εντυπωσίαζε μερικούς μόνο λόγο του χρώματος ( νόμιζα τότε οτι το ροζέ φτιάχνεται μόνο από την ανάμιξη λευκού και ερυθρού). Τέλος, τα αφρώδη κρασιά, που τα αποκαλούσα όλα “σαμπάνιες”, θεωρούσα ότι πρέπει να σερβίρονται μόνο σε κοκτέιλ και δεξιώσεις, και δικαιολογούσα την υπερβολική τους οξύτητα στην κακή ποιότητα τους.


Η πρώτη μου οινική “αναβάθμιση” έγινε όταν ξεφύγαμε επιτέλους από τα κλασσικά και μέχρι σήμερα απαράδεκτα “Othello” και “aphrodite”. Κομμένο το χύμα κρασί, κομμένες οι χάρτινες συσκευασίες και το κρασί ότι λάχει.  Άρχισα να πίνω μόνο κρασί εμφιαλωμένο.  Αποκτούσα έτσι, χωρίς να το καταλάβω, απλές προσωπικές προτιμήσεις. Έμαθα τα πρώτα ονόματα κρασιών. Και συζητώντας με φίλους, άφηνα συχνά να εννοηθεί , ότι ξεχώριζα μεταξύ τους, γεύσεις και μυρωδιές. Και ακόμα περισσότερο, ότι μπορούσα να τα συγκρίνω μεταξύ τους.


Κάπου εκεί, κάποιες όχι και τόσο τυχαίες συγκυρίες, με έφεραν στα πρώτα μαθήματα οινογνωσίας. Πήγα περισσότερο από περιέργεια παρά από πραγματική αγάπη για το κρασί. Κι αυτό το κατάλαβα μόνο μετά. Αυτή η άμορφη μάζα πραγμάτων που ονόμαζα μέχρι τότε κρασί, άρχισε να παίρνει μορφή. Οι πληροφορίες τακτοποιούνταν, οι σχέσεις επαναπροσδιορίζονταν και το τοπίο άρχισε να ξεκαθαρίζει. Δειλά-δειλά έμαθα να ξεχωρίζω τα χρώματα κοιτώντας  τις ρουμπινένιες και τις χρυσαφιές αποχρώσεις στο ποτήρι μου. Τις ομοιόμορφες φυσαλίδες να ανεβαίνουν με την ίδια ταχύτητα στην επιφάνεια και τα δάκρυα του κρασιού να κυλούν αργά προς τα κάτω. Έμαθα να περιμένω τα κρυμμένα μπουκέτα αρωμάτων να ανοίξουν κάτω από τη μύτη μου, με μια απλή κυκλική ανακίνηση του ποτηριού. Ανακάλυψα τη μνήμη της μυρωδιάς και άρχισα να ανακαλώ με δυσκολία. Κοκκινόσαρκα φρούτα, καβουρδισμένα αμύγδαλα, μέλι και λεμονανθούς. Μυρωδιές ναρκωμένες  μετά από χρόνια απομόνωσης στο σκοτάδι του δρύινου βαρελιού. Ξυπνούσαν αργά και αναδύονται μουδιασμένα προς τα πάνω.


Έμαθα να ακουμπώ σχεδόν με ευλάβεια τα χείλη μου στο ποτήρι, να ρουφώ όσο χρειάζεται και να αφήνω το κρασί να πλημμυρίσει το στόμα μου. Έμαθα να ξεχωρίζω τις γεύσεις, να ψηλαφώ με τη γλώσσα μου το σώμα του κρασιού, να αισθάνομαι τη λιπαρότητα, την οξύτητα, την επίγευση,τις στρογγυλές και τις μυτερές τανίνες. Το άνοιγμα του μπουκαλιού έπαψε να είναι η αρχή ενός σύντομου ταξιδιού, αλλά το τέλος μιας μακριάς πορείας , που ξεκίνησε χρόνια πριν, μέσα στις διψασμένες ρίζες των αμπελώνων.


Οι μικρές, αλλά σημαντικές λεπτομέρειες, γίνονταν τώρα μαγεία και μυστήριο. Από τα σάκχαρα και τους μύκητες, από το μικρόκλιμα και τις εποχές, άρχισε να κτίζεται σιγά-σιγά μέσα μου, σαν εύθραυστος ιστός αράχνης, η μαγεία του κρασιού. Πράγματα που ούτε μετριούνται και ούτε αποδεικνύονται. Και πολύ περισσότερο, δεν διδάσκονται. Είναι μια ιστορία πάθους που ξεκίνησε χιλιάδες χρόνια πριν. Όχι η δικιά μου, αλλά εκείνη των ανθρώπων που φτιάχνουν το κρασί. Μια αλχημιστική διαδικασία  που δεν είναι τίποτα άλλο, από τη σχέση του ανθρώπου με τη φύση. Από τους αμπελώνες του νέου κόσμου, μέχρι τις παραδοσιακές περιοχές της γηραιάς ηπείρου, οι οινοποιοί ,σαν άλλοι αλχημιστές, ψάχνουν τον τρόπο και το μυστικό, να φτάσουν στην δικιά τους φιλοσοφική λίθο. Μετρούν θερμοκρασίες, υπολογίζουν μέρες και εποχές. Ακουμπούν το αυτί στο χώμα και αφουγκράζονται τις ατσάλινες ρίζες των φυτών να σπάζουν αργά τους γρανίτες του υπεδάφους ψάχνοντας απεγνωσμένα νερό. Κάποια στιγμή, κάποιος, δίνει το σύνθημα. Και σε μια νύχτα μέσα, τα φρούτα κόβονται τελετουργικά. Μεταφέρονται με ευλάβεια στο οινοποιείο. Σάν στο εργαστήρι του αλχημιστή, οι διαδικασίες επαναλαμβάνονται μηχανικά αλλά προσεχτικά. Οι θερμοκρασίες ανεβαίνουν, αέρια απελευθερώνονται, χρώματα αλλάζουν. Τα πρώτα διαλύματα φιλτράρονται και μεταφέρονται ταλαιπωρημένα στα υγρά σκοτεινά κελάρια. Εκεί αρχίζει το ιερό μυστήριο της παλαίωσης και η μαγεία του εξευγενισμού. Πολλούς μήνες μετά, ο μύστης – οινοποιός, αποφασίζει και πάλι. Μια φωνή μέσα του λέει “τώρα!”. Και χιλιάδες διαφορετικές φιάλες βγαίνουν από το σκοτάδι και παίρνουν το δρόμο για τον κόσμο.


Κάπου στην καρδιά του Saint-Emilion, στο κτήμα των Αγγέλων, αν είσαι τυχερός, ακούς τις καμπάνες των τριών εκκλησιών στον ορίζοντα, να κτυπούν ταυτόχρονα. Τότε ανάμεσα στα φύλλα των βορινών αμπελώνων, κάποιος σταματά, σκύβει, φιλά ένα τσαμπί και κάνει το σταυρό του.  Κι εγώ που στη ζωή μου έμαθα να μην αγνοώ τις συμπτώσεις , δακρύζω.

 

 

Δημοσιεύτηκε στην free-press εφημερίδα Avant-Garde

Joomla Templates and Joomla Extensions by ZooTemplate.Com
Περισσότερα απο την ίδια κατηγορία

Προσθήκη νέου σχολίου


Κωδικός ασφαλείας
Ανανέωση

Joomla Templates and Joomla Extensions by ZooTemplate.Com